Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ

Η ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ Όταν ο Muzafer Sherif, εκ των ιδρυτών της κοινωνικής ψυχολογίας διεξήγαγε το πείραμα Robbers Cave το 1954 γεννώντας τη ρεαλιστική θεωρία των συγκρούσεων, διαπίστωσε μεταξύ άλλων κάτι που ο αρχαίος Αθηναίος νομοθέτης γνώριζε καλά. Όταν μέσα σε μια κοινωνία δημιουργούνται διαφορετικές ομάδες με κοινούς στόχους, γρήγορα υιοθετούνται νοοτροπίες και δράσεις που οδηγούν σε συγκρούσεις και καταλήγουν να είναι ζημιογόνες για το κοινωνικό σύνολο. Όλα αυτά γιατί ο άνθρωπος αρέσκεται να ανήκει σε ομάδες και αν μπορεί να βαφτίσει μια άλλη ομάδα ως αντίπαλη, θα το κάνει. Και μετά θα ξεκινήσει πόλεμο. Αυτό, είναι εύλογο πως θα συμβαίνει πάντα όταν δύο ομάδες έχουν κοινό στόχο. Ε λοιπόν, στην αρχαία Αθήνα όσο κι αν φαίνεται περίεργο απαγορευόταν η δημιουργία οργανώσεων που θα στόχευαν στην κατάληψη της εξουσίας. Πως ονομάζουμε σήμερα αυτές τις οργανώσεις; Κόμματα! Από που προέρχεται η λέξη; Μα φυσικά από το κομμάτι. Κομματιάζουν την κοινωνία τα πολιτικά κόμματα. Στην αρχαία Αθήνα απαγορευόταν η δημιουργία τους. Και η αιτία ήταν τα όσα διαπίστωσε ο ερευνητής της ψυχολογίας δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά. Ας σημειωθεί πως τότε ήταν απόλυτα ελεύθεροι οι πολίτες να εκφράζουν ίδιες απόψεις. Γνωρίζουμε τους αριστοκρατικούς και τους δημοκρατικούς. Όμως δεν επιτρεπόταν η οποιαδήποτε οργάνωση σε ομάδες κάτω από ιδεολογικές σημαίες. Στις "δημοκρατικές" σύγχρονες ημέρες, η δημοκρατία έβαλε φίδια στον κόρφο της τα κόμματα, επιτρέποντας τη λειτουργία πανίσχυρων μηχανών κοινωνικής αδικίας. Οι μηχανισμοί αυτοί βαφτίζονται "θεμέλιο της δημοκρατίας". Όσοι υπάγονται σε αυτά τα ονομάζουν παρατάξεις και χρησιμοποιούν σημαίες, ενώ όλα αυτά δε σταματούν στη μάχη της κάλπης. Φυσικά τα κόμματα έχουν αρχηγούς και στρατιώτες στην πρώτη γραμμή. Τέτοιοι δηλώνουν πως θα παραμείνουν όσοι αποχωρούν τυπικά αλλά εξακολουθούν να πιστεύουν στην ιδεολογία που αυτά εκφράζουν. Το ότι οι προηγούμενες κόκκινες λέξεις παραπέμπουν σε πόλεμο, είναι προφανές και καθόλου σύμπτωση δεν είναι.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

ΚΒΑΝΤΙΚΟ ΑΛΜΑ

Το κβαντικό άλμα της συνείδησης και το φαινόμενο του 100ου πιθήκου Τι σχέση μπορεί να έχει το polar ή axial shift της γης, το μαγνητικό πεδίο της, η μουσική των σφαιρών του Πυθαγόρα, η κοσμική ακτινοβολία του σύμπαντος, οι ηλιακές καταιγίδες και οι Αλχημιστές με την εξέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης; Που αναφέρεται το κβαντικό άλμα της (υπερ?)συνείδησης; Σχεδόν όλοι είναι εξοικειωμένοι με την εικόνα των ατόμων. Νουκλεόνια στο πυρήνα και ηλεκτρόνια σε στοιβάδες στην περιφέρεια. Μιλάμε για άτομα και τα υποατομικά σωματίδια τους, και όπως θα αναφερθεί πλείστες φορές από το αυτό βήμα σημειώνουμε τη σχέση τους με τον χρόνο. Τα φωτόνιο είναι το πρώτο τόσο λεπτοφυές σωμάτιο που αρχίζει να συμπεριφέρεται πέρα από κύμα και σαν την ύλη της φυσικής μας επιστήμης. Και το αναφέρουμε αυτό γιατί πρέπει να υπάρξει ύλη για να υπάρξει βαρυτικό πεδίο και άρα βαρύτητα, κίνηση, χρόνος κλπ. Φωτόνια και ηλεκτρόνια είναι της ίδιας τάξης. Αυτό σημαίνει ότι πιο λεπτοφυή σωμάτια από αυτά που αναφέρουμε δεν έχουν καμιά αίσθηση του χρόνου και μπορούν να «κινηθούν» τόσο προς το μέλλον όσο και προς το παρελθόν. Τα ηλεκτρόνια λοιπόν, βρισκόμενα στο κατώφλι της αρχής το χρόνου δεν πραγματοποιούν σταθερές κινήσεις γύρω από τον πυρήνα του ατόμου αλλά εμφανίζονται και εξαφανίζονται στις διάφορες θέσεις φτιάχνοντας ένα οριοθετημένο νέφος της κίνησης τους για τον παρατηρητή. Είναι τόσο μεγάλες οι συχνότητες δλδ που ουσιαστικά είναι αδύνατο να παρατηρήσει κάποιος μία σταθερή τροχιά. Έστω τώρα ότι τροφοδοτείται το ηλεκτρόνιο με περίσσεια ενέργεια. Με το που θα την απορροφήσει θα εμφανιστεί σε μία από τις επόμενες στοιβάδες του ατόμου. Προσέξτε. Δεν θα μεταφερθεί. Ούτε θα εκτροχιαστεί. Θα εξαφανιστεί από την μία στοιβάδα και θα εμφανιστεί στην άλλη δίχως να περάσει διαμέσου του χώρου που ορίζουν αυτές. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται κβαντικό άλμα. Ίσως και να περιγράφουμε την τάξη του απειροστού διαστήματος επιτρεπτής κίνησης. Ίσως και την τάξη του απειροστού χρόνου. Και λες και αυτό δεν φτάνει να μας σαστίσει η επιστήμη έχει ήδη παραδεχτεί την αδυναμία της να υπολογίσει πότε ακριβώς θα γίνει το άλμα, και που ακριβώς θα εμφανιστεί το ηλεκτρόνιο. Υπάρχει μία σχετική πιθανότητα εκτίμησης μέσω της κυματικής εξίσωσης του Σρέντιγκερ. Πιθανότητα λέμε, για να καταστεί φανερό πως από την δεξαμενή πιθανοτήτων είναι που δημιουργείται κάθε στιγμή η «πραγματικότητα» της υλο-ενέργειας όπως την ζούμε στο εντροπιακό σύμπαν. Μιλάμε για υπερθέσεις απείρων καταστάσεων που αδυνατεί να καταγράψει η πεπερασμένη δυνατότητα αντίληψης. Και συγκρατεί μία εικόνα απλά. Τη θέση λόγου χάριν του ηλεκτρονίου που όπως είπαμε δεν έχει θέση. Εκνευριστικό δε βρίσκετε; Όσο εκνευριστικό είναι να μην γνωρίζεις αν η γάτα είναι ζωντανή ή είναι νεκρή ,στο γνωστό πείραμα το προ-αναφερόμενου, που ούτως ή άλλως σαν πείραμα ήταν μία αναγωγή του υπαρξιακού προβλήματος του ανθρώπου. Να ζει κανείς ή να μην ζει. Μήπως είμαι ήδη νεκρός και δεν το ξέρω; Τι είναι ζωή. Τι ύπαρξη. Άντε πάλι. Ομολογουμένως πολύ συχνά έρχομαι σε αντιπαράθεση με σχήματα της παραδοσιακής σκέψης. Η εξέλιξη όμως μιας δομής έχει πάντοτε ανάγκη την σύγκριση με την προηγούμενη κατάστασή της. Και την ρήξη με αυτήν ή την αξιοποίηση της. (Αλλά και η ρήξη με μία ιδέα, αξιοποίηση της δεν είναι; ) Οι αλχημιστές το γνώριζαν αυτό. Γνώριζαν ότι το μέλλον υπάρχει όσο υπάρχει παρελθόν. Οπότε το ενδιαφέρον τους ήταν να μεταστοιχειώσουν τις υπάρχουσες δομές της ουσίας. Να μετουσιώσουν μνήμες. Είτε αλληγορικά, είτε κυριολεκτικά. Δεν γίνεται να κάνεις απλά ένα hard reset και να είσαι εσύ ξανά. Δεν υπάρχει hard reset στη φύση –άσχετο αν αυτή έχει βρει τρόπους να κάνει τοπικές επανεκκινήσεις με τίποτε κατακλυσμούς – ή soft συνειδησιακά reset με μετεμψυχώσεις, μετενσαρκώσεις, νερά της λήθης και λοιπές ανθρωποκεντρικές θεωρίες (και αυτές οι αναφορές ένας τύπος μετάλλαξης-κβαντικού άλματος είναι. Και η μετάλλαξη μία τυχαία μετατροπή σε ένα συστατικό του γονιδιώματος δεν είναι;) Το θέμα είναι ότι κάποια δομή κρατιέται πάντα. Έστω και ως πιθανότητα. Και αυτά τα λέγω γιατί συμμερίζομαι την πεποίθεση που έχει αναπτύξει (όχι καθολική) η ανθρώπινη παραδοσιακή σκέψη είτε χρησιμοποιώντας την θεουργία, είτε την φιλοσοφία (Μαρξ) είτε ότι άλλο θέλετε για το ότι το γίγνεσθαι εκφράζεται πιο σωστά από την εικόνα του σπειράματος και όχι μιας κυκλικής και αιώνιας επιστροφής των ίδιων ιδιοτήτων. Δεν υπάρχει επανακύκλιση της ιστορίας δηλαδή. Τώρα εάν στην εικόνα του σπειράματος η εξέλιξη είναι προς τα πάνω ή κάτω, αυτό από μόνο του το ερώτημα βαραίνει ειδικά το κομμάτι της εσωτερικής σκέψης στην οποία αναφερόμαστε (βλέπε χριστιανο-ορθόδοξες ερμηνείες της Αποκάλυψης, θεοσοφιστές κλπ). Άλλοι μιλούν για κάθοδο που ουσιαστικά ισοδυναμεί με άνοδο άλλη για άνοδο που ισοδυναμεί με κάθοδο. Πιάσε το αυγό του Κολόμβου και κούρευτο. Είναι λάθος το ερώτημα. Άκυρη προσέγγιση καθώς ως είπαμε οι στιβάδες του ατόμου δεν έχουν πάνω και κάτω. Μπορείς να μιλήσεις μόνο για ενέργεια. Δίνω ενέργεια στο ηλεκτρόνιο και πηδά σε μεγαλύτερη στοιβάδα. Του παίρνω και εκπέμπει ένα φωτόνιο. Άσε που η ακτίνα της σπείρας έχει «τοπική» ταχύτητα. Αλλά τις σας λέω τώρα, ε; Το θέμα μας εδώ είναι τα κβαντικά άλματα της ανθρωπότητας και ότι αυτά δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά στη βάση μίας κυκλικής πορείας και στην βάση όλων των ερωτημάτων που θέσαμε στην αρχή και των πνευματικών φαινομένων που τα συνοδεύουν. Αν εξετάσουμε παραδείγματος χάριν την ιστορία, παρατηρούμε ότι οι εξελίξεις είναι όλο και πιο ραγδαίες –να η ταχύτητα που σας έλεγα, λόγω της συσσώρευσης μνήμης-. Υπάρχει μία συγκεκριμένη ορμή, και η εξέλιξη λόγω αδράνειας την ακολουθεί. Ας παρατηρήσουμε ας πούμε την εξέλιξη των πληθυσμών σε βιολογικό, ανθρωπολογικό και πολιτισμικό επίπεδο. Κάποια δισεκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστεί ζωή. Κάποια εκατομμύρια για να διαμορφωθούν τα ανθρωποειδή. Μία εκατοστή χρόνια για την ανθρωπότητα. Δέκα χιλιάρικα για γεωργία, μερικές εκατοντάδες για επιστημονική επανάσταση, και καμιά δύο αιώνες για την βιομηχανική. Μιλάμε για σύμπτυξη του εξελικτικού χρόνου σε σημείο που μπορεί να γίνει παρατηρήσιμος στη διάρκεια της ζωής μας. (Και αυτό γιατί απλά περιορίζουμε τηλεσκοπικά την εικόνα που παρατηρούμε.) Είναι αρκετό αυτό για να δείξει πως οι «κύκλοι των εποχών» που απολαμβάνουν γενικότερα μέγιστης θεοφιλοσοφικής σημασίας είναι απλά τρικ των Ινδών, Πέρσων, Αιγυπτίων, Ελλήνων, Σύγχρονων, Δυτικών, Τεκτόνων, Ολυμπιακών, Πασοκ-τσήδων και ταλιμπάν για να αναπαράγουν τον φαύλο κύκλο της εξουσίας τους. Είτε αυτή είναι το παπαδαριό τους είτε τα έδρανα ή η εξέδρα τους. Είναι απόκρυψη της πραγματικότητας πως ο άνθρωπος αν αλληλεπιδράσει με ενέργειες στο περιβάλλον του υπάρχει πιθανότητα να κάνει το κβαντικό άλμα. Όσον αφορά την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον λοιπόν. Την λεγόμενη συχνότητα Schumann την ξέρετε; Είναι η συχνότητα της ιονόσφαιρας και της γήινης επιφάνειας. Είναι περίπου 10Ηz και πρακτικά η συχνότητα αντιστοίχησης της γης, εκεί δλδ που ξεκινά ο κραδασμός της. Όλοι οι κεραυνοί (ενεργειακές εκκενώσεις μεταξύ επιφανείας της γης και ιονόσφαιρας) που διαπερνούν το κομμάτι αυτό του χώρου που περιγράφουμε δημιουργούν τεράστια στάσιμα κύματα, τα οποία όμως επηρεάζουν τόσο τα θηλαστικά όσο και των άνθρωπο. Πως γίνεται αυτό: Μα η συχνότητα των θηλαστικών είναι πολύ κοντά! Η απόσταση είναι τόσο μικρή που εμφανίζεται φαινόμενο διαπασώντος. Είναι κάτι κάτω από 8Hz . Πολύ πιθανό και ο άνθρωπος κάποτε να είχε συνείδηση τέτοιας συχνότητας. Σήμερα αυτή η συχνότητα αντιστοιχεί περίπου στην κατάσταση του συνειδητού ονειρέματος. Ή τουλάχιστον του μισοκοιμισμένου / μισοξυπνημένου εγκέφαλου. Εδώ αξίζει να επεκταθούμε. Η γη εμφανίζεται να συμμετέχει σε ένα τεράστιο αριθμό κινήσεων. Αυτές που έχουν παρατηρηθεί είναι πάνω από 24. Αυτό το γεγονός αυτομάτως της προσδίδει και την δική της ιδιοσυχνότητα, τις δικές της αρμονικές και λοιπά. Να η μουσική των σφαιρών του Πυθαγόρα. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που πολλοί λαοί στο παρελθόν μιλούσαν για το «μαγικό τραγούδι» της γης και θεωρούσαν τον εαυτό τους κομμάτι της γαίας. Σαφώς και είναι .Και μάλιστα η εξέλιξη του προσαρμόστηκε στις φυσικές προδιαγραφές του περιβάλλοντος του. Οι ηλιακές εκρήξεις για παράδειγμα εκπέμπουν ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία σε ακτίνες Χ και γάμα. Η ακτινοβολία Χ ιονίζει περισσότερο την ιονόσφαιρα για την οποία μιλούσαμε πριν, και αλλάζει τις συνθήκες διάδοσης της ανάκλασης της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας σε αυτήν. Έχετε υπόψη πόσες πολιτισμικές, θεολογικές κλπ κρίσεις έχουν γίνει σε περιόδους μεγάλων ηλιακών καταιγίδων; Πολλές. Ξέρετε πως το Stanford Institute και η CIA έχουν ασχοληθεί επιμελώς για το πώς επηρεάζει το μαγνητικό πεδίο της γης της ανθρώπινη συνείδηση; Μετά από αυτό δεν μου ακούγεται και τόσο περίεργο που οι Δρυίδες μίλαγαν για το κύκλο του Φοίνικα που σχετιζόταν με τη περιοδική ελάττωση του μαγνητικού πεδίου της γης. Ο Φοίνικας λεγόταν ότι κρύβει καταστροφή και αναγέννηση. Όταν το μαγνητικό πεδίο της γης βρεθεί σε μηδενική τιμή τότε αυτή μένει απροστάτευτη στις κοσμικές ακτινοβολίες. Πολλές καταστροφές του παρελθόντος θα εξηγηθούν από τη μέγιστη επίδραση του Ήλιου, της σελήνης και των ζωδιακών άστρων σε τέτοιες στιγμές! Με τις μεταβολές το μαγνητικού πεδίου σχετίζεται και η λεγόμενη μετάπτωση ή αντιστροφή του άξονα της γης ή των πόλων (polar και axial shift - και μάλλον ομιλούμε για μετατόπιση-). Πέρα από τις όποιες καταστροφές που αυτές συνοδεύουν παρατηρήθηκαν στην ανθρωπότητα και συνειδησιακά άλματα. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι Ρώσοι και Αμερικάνοι της ψυχοτρονικής επιστήμης έχουν επιβεβαιώσει πως ο μαγνητισμός επηρεάζει της ψυχικές ικανότητες (psychic powers) του ανθρώπου. Και όπως δεχόμαστε ότι ο άνθρωπος συμμετέχει στην ιδιοσυχνότητα της γης και επηρεάζεται από αυτήν, έτσι κάλλιστα μπορούμε να δεχτούμε την ανάποδη πορεία. Είναι γνωστή η ιδέα πολλών σαμανικών λαών, που θεωρούσαν συνειδητά το εγώ τους μέρος της φύσης και εφάρμοζαν τελετουργικά όχι για να την υποτάξουν αλλά για να την επηρεάσουν. Τα άλφα ή θήτα παραγόμενα κύματα του εγκεφάλου σε κατάσταση trance δηλαδή μπορούν ενδεχομένως και να έρχονται σε συνάφεια με τον υπάρχοντα φυσικό ηλεκτρομαγνητισμό του περιβάλλοντος. Υπάρχει μία συνεχής λοιπόν αλληλεπίδραση μεταξύ του ανθρώπου και του περιβάλλοντος που του επιτρέπει να προσλαμβάνει ή να ελευθερώνει ενέργεια, να δημιουργεί αρχέτυπα και να ορίζει την συνείδηση του. Το πρώτο συνειδησιακό άλμα της ανθρώπινης ιστορίας είναι η μετάβαση από τις κατ’ εξοχήν μητριαρχικές σαμανικές,κοινοκτημοσυνοκεντρικές κοινωνίες που αναφέραμε, σε αυτές που ο άνθρωπος επικαλείται την ελευθερία της θελήσεως του. Σε αυτές που πλέον αρχίζει να αναφέρεται στο εγώ του. «Εγώ ειμί». Εγώ είμαι. Αυτό το άλμα λένε ότι συνέχισε να λαμβάνει χώρα κι εκεί γύρω στα χρόνια του Ομήρου (ξεκίνησε ας πούμε χοντρικά την εποχή των Διδύμων ως αυγή της ιστορίας αλλά και ως "πτώση"), όπου παρατηρήθηκε και αναστροφή των μαγνητικών πόλων. (Ενδείξεις για αναστροφή υπάρχουν και για πριν περίπου 350 χιλιάδες χρόνια με την εμφάνιση του sapiens και πριν 30 με την εμφάνιση των πρώτων σπηλαιογραφιών.) Διόλου τυχαία λοιπόν η εποχή που ο Οδυσσέας πραγματοποιεί ένα από τα πρώτα καταγεγραμμένα μυητικά ταξίδια αυτογνωσίας. Ο συντελεστής του «εδώ» και του «τώρα» στην κατάθεση «εγώ είμαι» είναι που ενεργοποίησε την συνείδηση εγρηγόρσεως και αύξησε την συχνότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου σε σχέση με αυτή των άλλων θηλαστικών. Στην πραγματικότητα βέβαια ακόμη και στην σύγχρονη ζωή είναι πολύ δύσκολο να είμαστε «παρόντες» δεδομένου ότι ζούμε σε κόσμο που περνά μέσα από ερμηνευτικά φίλτρα. Το βασικό πλαίσιο του νου μας είναι εκείνο το παρατηρητή. Είμαστε θεατές ενός έργου και όπως ο Ντοστογιέφκσι πρέπει να στηθούμε μπροστά σε κάποιο εκτελεστικό απόσπασμα ώστε να ξυπνήσουμε στην παρούσα πραγματικότητα, να αποκτήσουμε επίγνωση του εαυτού και να κάνουμε το προαναφερόμενο κβαντικό άλμα. Εδώ θυμάμαι τα λόγια του ερευνητή Schvaller De Lubits σε συζήτηση του για την αλχημεία. «Η μεταστοιχείωση της ύλης σε πνεύμα ή αλχημεία –της οποίας η μεταστοιχείωση βασικών μετάλλων σε χρυσάφι είναι υποπροιόν- εξαρτάται από αυτή τη ‘στιγμή δύναμης’ του να είμαστε δηλαδή πλήρως παρόντες στην παρούσα στιγμή.» Και για να δώσουμε μερικές ακόμη αναφορές του πως επηρεάστηκε η ανθρώπινη ιστορία από τις συνθήκες του περιβάλλοντος: Η γαλλική επανάσταση του 1789, η γερμανική του 1848 και η Οκτωβριανή της Ρωσίας του 1917 έγιναν όλες σε περιόδους μεγάλων αυξομειώσεων στο μαγνητικό πεδίο της γης, που προήλθαν από ηλιακές καταιγίδες (Armin Grafe, Hans W. Wendt). Η βιομαγνητική σάμπως δεν κοιτάζει πώς κάποια μαγνητικά πεδία μπορούν επιδρούν σε ψυχικές καταστάσεις; Αλλάζει 0.1% η ένταση της θερμότητας σε ένα κομμάτι της επιφάνειας του ηλίου ελεώ καταιγίδας, και σε περιοχές με χαμηλό γεω-μαγνητική ασφάλεια –όπως η μέση ανατολή- εμφανίζεται έστω και σαν πιθανότητα η κρίση. Ας προσθέσουμε εδώ άλλη μία εικόνα άξια αναφοράς στο παζλ μας που αναφέρεται και αυτή στα άλματα της συλλογικής συνείδησης: Το φαινόμενο του 100ου πιθήκου. Το λεγόμενο φαινόμενο του 100ου πιθήκου έχει να κάνει με ένα ξαφνικό, αυθόρμητο άλμα συνείδησης, το οποίο επιτυγχάνεται όταν ξεπεραστεί ένα συγκεκριμένο σημείο καμπής, που αναφέρεται αλλιώς και ως κρίσιμο σημείο. Η ιδέα του φαινομένου του εκατοστού πιθήκου προέρχεται από τον Δρ. Lyall Watson στο βιβλίο του Lifetide (Παλίρροια της ζωής) (1979) στο οποίο περιγράφεται ένα πείραμα που έλαβε χώρα στη Ιαπωνία το 52. Αντιγράφω από κάπου : «Οι επιστήμονες παρακολουθούσαν τη συμπεριφορά πιθήκων που ζούσαν εκεί. Κάποια στιγμή έδωσαν στους πιθήκους ως τροφή γλυκοπατάτες γεμάτες λάσπες. Εκείνοι ανταποκρίθηκαν με χαρά αφού τους άρεσε πολύ η γεύση της γλυκοπατάτας αλλά όχι το χώμα. Ένα μικρό όμως θηλυκό πιθηκάκι δοκίμασε και έπλυνε στη θάλασσα τη γλυκοπατάτα της και την έφαγε πολύ πιο ευχάριστα. Αυτό το δίδαξε στη μητέρα της και στις φίλες της και σιγά-σιγά από το 1952 έως το 1958 σχεδόν όλοι οι πίθηκοι στο νησί είχαν μάθει πώς να ξεπλένουν τις γλυκοπατάτες προτού τις φάνε. Βέβαια οι επιστήμονες δεν ήξεραν τον ακριβή αριθμό των πιθήκων που γνώριζαν αυτή τη διαδικασία και υπέθεσαν πως ήταν 99. Μόλις λοιπόν και ο εκατοστός πίθηκος έμαθε πώς να ξεπλένει τη γλυκοπατάτα του προτού τη φάει, τότε συνέβη ένα μεγάλο άνοιγμα συνείδησης. Παρατήρησαν λοιπόν οι επιστήμονες πως πίθηκοι σε άλλα μέρη του κόσμου, μίλια μακριά από το συγκεκριμένο νησί των πιθήκων στο οποίο γινόταν το πείραμα, αυτόματα άρχιζαν να καθαρίζουν τις γλυκοπατάτες τους, ενώ μέχρι τότε δεν το έκαναν. Το συμβάν αυτό ονομάστηκε « ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ 100ου ΠΙΘΗΚΟΥ». Μπορεί οι επιστήμονες να μην γνώριζαν τότε τον ακριβή αριθμό των πρώτων πιθήκων πως οδήγησαν το είδος τους σε αυτή τη συνειδησιακή αλλαγή και να υπέθεσαν πως ήταν 100, ωστόσο αναγνώρισαν την ύπαρξη αυτής της φυσικής αλήθειας του συντονισμού συγκεκριμένου αριθμού ατόμων που μπορεί να οδηγήσει σε συνειδησιακά άλματα. Ύστερα από αυτό λοιπόν το πείραμα οι επιστήμονες συμπέραναν πως όταν λίγοι άνθρωποι ανακαλύπτουν κάτι νέο αλλά δεν το διαδίδουν προς τα έξω, αυτή η γνώση μένει στον κύκλο των λίγων. Όταν όμως αρχίζει να αυξάνει ο αριθμός των ανθρώπων που γνωρίζουν και δημιουργηθεί ένα κρίσιμο πλήθος, τότε δημιουργείται μία δύναμη και η γνώση των λίγων γίνεται γνώση για όλους.» Υπάρχει μία παρόμοια αναφορά στο “Waking life” για ένα αντίστοιχο πείραμα που έγινε σε ανθρώπους και αφορούσε σταυρόλεξα. Έδιναν λέει σε μία ομάδα ανθρώπων να λύσει σταυρόλεξα άλυτα κάθε μέρα και είχε ένα σταθερό ποσοστό ευστοχίας Χ. Όταν μία μέρα τους δώσανε ένα σταυρόλεξο που είχε δημοσιευτεί την προηγούμενη μέρα στον τύπο το ποσοστό τους πολλαπλασιάστηκε. Λέει κάτι αυτό για την συλλογική συνείδηση και μνήμη. Ο Καστοριάδης έχει δίκιο να αναφέρεται στην συλλογική δεξαμενή του κοινωνικού φαντασιακού από την οποία αντλεί η κοινωνία και ο άνθρωπος ώστε να προβάλλει και να δημιουργήσει. Υπάρχει μία φύση της ανθρωπότητας αόρατη αλλά καθόλα πραγματική. (Μήπως η πρόταση πολλών κοινωνιολόγων πως δεν νοείται άτομο δίχως κοινωνία και το ανάποδο δεν είναι φιλοσοφική σοφιστεία αλλά φυσική πραγματικότητα;) Κλείνοντας, θα μπορούσε κάποιος να κάνει σχόλιο πάνω στο γεγονός ότι η γη εμφανίζεται να ανεβάζει συχνότητα, τόσο λόγω των κλιματικών αλλαγών, όσο και του ότι κινούμενη στη αστρική της γειτονιά και αλλάζοντας η σχετική της θέση-γωνία λόγω της μετάπτωσης των ισημεριών, αλλάζει η κοσμική ακτινοβολία που δέχεται. Θα μπορούσε επίσης να γίνει ακόμη ένα πιο ειδικό σχόλιο που συσχετίζει την επιτάχυνση του χρόνου που επιφέρουν τα προαναφερόμενα με αυτό που αναφέρθηκε λίγο νωρίτερα ως σύμπτυξη του εξελικτικού χρόνου. Αρκούν όμως αυτά ως προστάδιο ενός κβαντικού άλματος; Αρκούν ως συνθήκες για την ανάδυση της ανθρωπότητας της νέας εποχής με την δικτυωμένη ευφυΐα στο επίπεδο της υπερσυνείδησης που ονειρεύονται κάποιοι; Αρκούν για την μετάλλαξη της ανθρωπότητας σε αυτήν τύπου Πνυκός; Η απάντηση είναι όχι. Όχι μέχρι να φτάσουμε τον 99ο τουλάχιστον.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

ΟΜΑΔΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ

Διοργανώνονται ομαδικές συμβουλευτικές με άξονες τα θέματα:
1)Συζυγικές σχέσεις
2)Σχέσεις γονέων-παιδιών
3)Σημερινή κρίση και ανθρώπινες σχέσεις
4)Ο έρωτας σήμερα.
5)Εργασία και υποκειμενική αυτοδυναμία.
6)Προβλήματα τρίτης ηλικίας και πως αντικατοπτρίζονται στο σύγχρονο ζευγάρι.
7)Ανθρώπινες σχέσεις.
Πρόσκληση: Τα ομαδικά group οργανώνονται απογευματινές ώρες στο χώρο εργασίας μου, Καστοριάς 15 Ρόδος.

Τηλ επικοινωνίας :22410-63436/6936822080

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ΑΛΗΘΕΙΑ-ΑΛΑΙΝ ΜΠΑΝΤΙΟΥ

ΑΛΑΙΝ ΜΠΑΝΤΙΟΥ

Ο φιλόσοφος της αλήθειας και του συμβάντος

Η υφαιρετικότητα της αλήθειας στον Α. Μπαντιού
Από τους Δημήτρη Βεργέτη, Φώτη Σιατίτσα, Εφη Γιαννοπούλου

Ο Α. Μπαντιού αναγορεύει την Αλήθεια σε κεντρική κατηγορία της φιλοσοφίας, κεντροθετεί τη φιλοσοφική πράξη στην εγχειρηματικότητά της και διακηρύσσει ότι υπάρχουν αλήθειες. Ο απόηχος κλασικών λακανικών θέσεων είναι αισθητός, δεδηλωμένα ενσωματωμένος σ' αυτή τη διακήρυξη.

Σε αντίθεση με τον Ντεριντά, ο Μπαντιού δεν αφουγκράζεται στη λακανική εκφορά της Αλήθειας τη φωνή της μεταφυσικής ως υποβολέα της, ούτε τον κατακλυσμιαίο απόηχο της χαϊντεγκεριανής διατύπωσής της - προφανώς γιατί δεν περιορίζεται στο corpus κειμένων όπου περιχαρακώνεται η αναλυτική του Ντεριντά.

Ως μαχητικός θεματοφύλακας του υπάρχειν των αληθειών, η φιλοσοφία του Μπαντιού βρίσκεται σε πόλεμο με τη σοφιστική συρρίκνωση της αλήθειας σε «συνθήκες, κανόνες, είδη του λόγου, γλωσσικά παίγνια». Αρνείται την αναγωγή της σε κρίση, σημάνσιμη ως αληθής ή ψευδής, καθυποταγμένη σε πρωτόκολλα επαληθευσιοκρατίας.

Η Αλήθεια δεν είναι επίσης ο δικαιοπάροχος της ερμηνείας της εμπειρίας. Η Αλήθεια είναι αλλεργική στην ερμηνευτική του νοήματος και στην υπερβατική οντο-θεολογική εγγυοδοσία του.

Αυτονόητα, ο Μπαντιού αντιτίθεται στον μυστικισμό της μυητικής πρόσβασης στην Αλήθεια και στην εν εκστάσει μέθεξη με τη μυσταγωγική έγκλησή της. Προτείνει την πλήρη εκκοσμίκευσή της.

Η φιλοσοφία είναι επίσης ο λογικός θεματοφύλακας της κατηγορίας της Αλήθειας. Και πρωτίστως της ιδιοτυπίας της. Αυτό που την εξειδικεύει είναι η κενότητά της. Η Αλήθεια δεν πληρούται με αντικειμενότροπα περιεχόμενα. Που σημαίνει ότι δεν ταυτίζεται με φράσεις αναφερόμενες σ' ένα αντικείμενο και συστατικές της γνώσης του. Η φιλοσοφία είναι απεξαντικειμενισμένη. Απεξαρτημένη από την έννοια του αντικειμένου και την αναφορική γνώση που αποσκοπεί να θηρεύσει τις ιδιότητές του. Δεν αποτελεί τον μαγνητικό βορρά μιας επιστημολογικής πυξίδας που υπαγορεύει τη γνωστική πρόσβαση στο αντικείμενο (objet) της γνώσης. Ο Μπαντιού υιοθετεί και προσεπικυρώνει τη λακανική διάζευξη ανάμεσα σε Αλήθεια και Γνώση, verite και savoir. Είναι αλήθεια ότι ελλείψει αυτής της οριοθεσίας πολλοί μαρξιστές στοχαστές αναλώθηκαν στη σύσταση μιας επιστημολογίας της γνώσης που θα λειτουργούσε ως ο Αλλος της εγγύησης, εκκοσμικευμένος καρτεσιανός Θεός των αληθειών. Οι αγγλοσάξονες με τον αμείλικτο λογικό θετικισμό τους, την επαληθευσιοκρατία τους και τις πολλαπλές παραφυάδες της, τα καταφέρνουν σαφώς καλύτερα.

Αυτό που προσέρχεται στο φιλόξενο κενό της Αλήθειας δεν είναι το νόημα της εμπειρίας, το υποκειμενικό αποτύπωμα της μυσταγωγικής επιφοίτησης ή κάτι που έχει υπόσταση αντικειμένου, αλλά η πολλαπλότητα των αληθειών. Για την ακρίβεια, εκεί διακηρύσσεται ότι «υπάρχουν αλήθειες» κι εκεί διατυπώνεται η ομότοπη συνδυνατότητά τους. Από τι υπαγορεύεται το αίτημα αποσαφήνισης της συνδυνατότητάς τους; Από την ετερογένεια των τόπων όπου κατανέμεται η πολλαπλότητά τους. Αυτοί οι τόποι στοιχειοθετούνται από τις λεγόμενες «γενολογικές διαδικασίες».

Ως γνωστόν, ο Μπαντιού διακρίνει τέσσερα είδη διαδικασιών που λειτουργούν ως μήτρες παραγωγής αληθειών. Αλήθειες παράγει η επιστήμη, η πολιτική, η τέχνη και ο έρωτας - ως διυποκειμενική επαλήθευση της διαφοράς των φύλων. Αποτελούν τους όρους, ή συνθήκες, της φιλοσοφίας, η πράξη της οποίας συνίσταται στη συν-λήψη τους.

Η επιτελεστική συναρμογή της Αλήθειας

Ως εγχείρημα η Αλήθεια προσφεύγει στη διπλή μήτιδα του επιχειρήματος και της οριοθεσίας. Κατά συνέπεια, η οικονομία του λόγου της δεν είναι μονοδιάστατη. Η επιχειρηματολογική συνιστώσα της δισκελούς στοιχείωσής της ευθυγραμμίζεται με το υπόδειγμα της σημαίνουσας αλυσίδας. Συναρμολογεί ορισμούς, συναγωγές, διαλεκτικές υπερβάσεις, αποδεικτικά τεχνάσματα και καθοδηγεί αυτή την παραγωγή επιχειρημάτων προς ένα είδος συμπερασματικής κεφαλοποίησης. Ο Μπαντιού παρατηρεί με ευθύτητα ότι η ρητορική της απόδειξης στο εσωτερικό της φιλοσοφίας ουδέποτε παρήγαγε ένα φιλοσοφικό θεώρημα. Το κεφάλαιο των συμπερασμάτων της παραμένει λευκό. Ο φιλοσοφικός λόγος και ο αποδεικτικός ζήλος της ρητορικής του δεν συναντούν τη γνώση παρά στον καθρέφτη της Μίμησης. Θα έλεγα ότι το φιλοσοφικό επιχείρημα είναι ένα «μίμημα», για να χρησιμοποιήσω τον στρατηγικό όρο του Λακού - Λαμπάρτ. Αυτή η μιμητική αφομοίωση του γνωστικού υποδείγματος προσδίδει στην επιχειρηματολογία του τη στίλβη μιας αξιοπιστίας που παραπλανά και συγκαλύπτει. Παράλληλα όμως συνιστά έμμεση ομολογία ότι δεν είναι παρά μια «μυθοπλασία γνώσης (fiction)». Επιστρατεύοντας μια υποβλητική και εύπλαστη λακανική κατηγορία, ο Μπαντιού δηλώνει συχνά ότι «η Αλήθεια είναι το μη εγνωσμένο αυτής της μυθοπλασίας». Εύκολα αφουγκράζεται κανείς στα παρασκήνια αυτής της φράσης ένα θεμελιώδες λακανικό αξίωμα σε ρόλο υποβολέα. «Η Αλήθεια έχει δομή μυθοπλασίας», συνήθιζε να επαναλαμβάνει ο Λακάν, και ο Μπαντιού, εμβριθής αναγνώστης του, κατασκευάζει τη φιλοσοφική κατηγορία της Αλήθειας ενσωματώνοντας στο λακανικό αξίωμα μία επιπλέον λακανική έννοια, το μη εγνωσμένο (l'in-su), που θεωρώ ότι συμπυκνώνει την ερμηνεία του αξιώματος. Η Αλήθεια έχει μεν δομή μυθοπλασίας, δεν συμπίπτει ωστόσο με τον μυθοπλαστικό ιστό. Για την ακρίβεια δεν ανήκει καν σ' αυτόν. Η Αλήθεια συμπίπτει με ό,τι εξαιρείται απ' αυτόν. Συμπίπτει με τα διάκενά του. Δεν είναι ένα σημαίνον ή ένας συνδυασμός σημαινόντων που ανήκει σ' αυτόν, αλλά το ίχνος μιας έκλειψης. Είναι το «μισό-λογο» (mi-dire) που η μυθοπλασία του σημαίνοντος αποτυγχάνει να αρθρώσει. Η Αλήθεια βέβαια δεν είναι άναρθρη, δεν είναι αφασική, γιατί μετέχει στη μυθοπλασία του σημαίνοντος, που η βαθμίδα του αποτελεί προϋπόθεσή της. Δεν είναι όμως δηλωτική ή εκ-δηλωτική. Δεν είναι εξισώσιμη με μια διαπίστωση, μια περιγραφή. Συμπίπτει με το μη εγνωσμένο μιας γνώσης που μορφοποιείται στην προστασιακή τοπική τού σημαίνοντος.

Με το άλλο σκέλος της εγχειρηματικότητάς της η Αλήθεια ισορροπεί, ακροβατώντας στο χείλος της μεταφοράς.

Επιστρατεύει την ποιητική των πειστικών εικόνων, τη συμβολική φαντασμαγορία, την υποβλητικότητα και την υπνωτιστική σαγήνη των μύθων για να διακόψει την αποδεικτική συνάρθρωση και την πειστική εμβέλεια των επιχειρημάτων, υπαινισσόμενη την Αλήθεια όχι ως το μη εγνωσμένο μιας συμπερασματικής αλληλουχίας αλλά ως το οριακό σημείο της. Με αυτή την ποιητική μήτιδα, «η Αλήθεια διακόπτει τη διαδοχή και ανακεφαλαιώνεται πέραν του εαυτού της», παρατηρεί ο Μπαντιού.

Ανασυνθέτοντας έναν θαύμασιο τίτλο κειμένου του Ντεριντά, η λευκή μυθολογία της μεταφοράς, θα έλεγα ότι η Αλήθεια δηλώνεται εδώ ως το εξοστρακισμένο ίχνος της στο λευκό περιθώριο της καλειδοσκοπικής σημαίνουσας μεταφοράς (ένας διάλογος Μπαντιού - Ντεριντά, μέσω κειμένων, θα ήταν άκρως ενδιαφέρων σ' αυτό το σημείο, ειδικά αν έμπαινε σφήνα το λακανικό ζεύγμα μετωνυμία - μεταφορά, όπου συνδιατάσσονται το συνεχές της διαδοχής και η διακόπτουσα υποκατάσταση, δηλαδή οι δύο αρχές σύνθεσης της σημαίνουσας αλυσίδας).

Αυτό το εγχειρηματικό σκέλος οδηγεί την Αλήθεια στο κατώφλι της τέχνης, όπου όμως προσέρχεται ως «καλλιτεχνική μυθοπλασία». Εδώ, η Αλήθεια δηλώνεται ως «το άρρητο αυτής της μυθοπλασίας».

Ως παράπλευρη επιβεβαίωση της θέσης του Μπαντιού ότι η σαγηνευτική παραγωγικότητα της φιλοσοφίας δεν μορφοποιεί έργα -αφού αυτό που προκύπτει είναι επίφαση έργου τέχνης- θα επικαλεστώ τον μακρινό πια απόηχο της επιθανάτιας εκμυστήρευσης του Φουκώ, ότι τα έργα του φάνταζαν στα μάτια του ως, καλλιτεχνικά θα έλεγα, «έργα επιστημονικής μυθοπλασίας», science fiction - αυτό δηλαδή που είθισται να αποκαλούμε επιστημονική φαντασία.

Η φιλοσοφία συνδυάζει λοιπόν το διπλό εφαλτήριο μιας γνωστικής και μιας καλλιτεχνικής μυθοπλασίας. Με τη μιμητική δυναμική της γνωστικής μυθοπλασίας συν-θέτει. Για την ακρίβεια, συν-θέτει στην κοίτη της μετωνυμίας, οδηγώντας το σημαίνον στις εκβολές του συμπεράσματος. Αξιοποιώντας τις επιφάσεις της καλλιτεχνικής μυθοπλασίας, μετα-θέτει στο υποβλητικό χείλος του μεταφορικού ρήγματος.

Μιμούμενη τα τεχνάσματα της Σοφιστικής και την ποιητική έμπνευση, ή το υπόδειγμα των Μαθηματικών και την έγκληση του έργου τέχνης, η Φιλοσοφία κατασκευάζει έναν δισκελή μηχανισμό, ένα είδος λαβίδας με την οποία συν-λαμβάνει και ομοθετεί τις ετερότοπα παραγόμενες αλήθειες, δηλαδή την ετερότοπη πολλαπλότητα των αληθειών που κυτταρώνονται στην τέχνη, στην πολιτική, στην επιστήμη, στον έρωτα.

Η έκφραση συνδυνατότητα επαναλαμβάνεται εμφατικά στα κείμενα του Μπαντιού μ' ένα στρατηγικό όσο και αινιγματικό εκτόπισμα. Η Αλήθεια είναι ο τόπος συνδυνατότητας των αληθειών, η μετα-τοπισμένη συστέγασή τους. Οι υπό σύν-λήψη αλήθειες πολιτογραφούνται σ' ένα απροκατάληπτο κατάστιχο, φιλόξενο στην εκτοπισμένη συνύπαρξή τους. Αυτό σημαίνει ότι εντάσσονται σ' ένα ιδιότυπο πεδίο που οριοθετείται ως πεδίο συγχρονικής ομοθεσίας, εκτός της ρευστότητας του χρόνου. Σημαίνει επίσης ότι αυτό που διακυβεύεται στο εγχείρημα της συνδυνατότητάς τους είναι η ενότητα της σκέψης - όχι της γνώσης.

Επιγραμματικά, το φιλοσοφικό εγχείρημα συνυφαίνει μια μυθοποπλασία γνώσης και μια καλλιτεχνική μυθοπλασία.

Η συγχρονική ομοθεσία των αληθειών αποτελεί ρήξη με τον ιστορικισμό. Η οξεία πολιτική αίσθηση της ιστορίας και της ιστορικότητας των επί μέρους γίγνεσθαι επέτρεψε στον Μπαντιού να χαράξει με ακριβοδίκαιη αδιαλλαξία τη γραμμή ενός ανοιχτού μετώπου απέναντι στον ιστορικισμό, και ειδικότερα απέναντι στην πιο επιφανή έκφρασή του, στο μνημειώδες έργο του Χέγκελ στο οποίο δεν έπαψε να απευθύνει διαφωτιστικές ενστάσεις. Γενικότερα, είναι δύσκολο να μην εγκωμιάσουμε τις λαμπρές αναλύσεις του για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε ο γερμανικός ρομαντισμός στον καθορισμό της τροχιάς πτώσης της σύγχρονης σκέψης στη δίνη του ιστορικισμού. Χάρη σ' ένα δευτερογενές πλεονέκτημα της ρήξης του με την αξιωματική του ιστορικισμού, η φιλοσοφική προβληματική του Μπαντιού αποδεικνύεται η πλέον κατάλληλα εξοπλισμένη για να αντιπαρατεθεί στον πρωτεϊκό και χαοτικό σχετικισμό του μεταμοντέρνου. Η γραμμή του μετώπου απέναντι στον ιστορικισμό τέμνεται σε πολλά σημεία με το μέτωπο εισβολής της μετανεωτερικότητας. Το μεταμοντέρνο πάντως δεν είναι τέκνο του ιστορικισμού, αλλά μια εκφυλισμένη εκδοχή του ιστορικιστικού σχετικισμού. Ο Μπαντιού δεν παύει να τονίζει μ' εγκωμιαστική παρρησία την καταλυτική συμβολή του Λακάν σ' αυτή την αντιπαράθεση, υπενθυμίζοντας τη μαχητική και πολυμέτωπη αντίστασή του τόσο στον σχετικισμό της Αλήθειας και στη συρρίκνωσή της σε μεταβλητή της δομής από τον στρουκτουραλισμό όσο και στη νιτσεϊκή υποβάθμισή της σε διακύβευμα ή παράμετρο των παιγνιδιών εξουσίας.

Η υφαιρετική ρήξη με την παρουσία

Σημειώσαμε ότι η Αλήθεια εγγράφεται στην προβληματική του Μπαντιού υπό καθεστώς εγχειρήματος. Τι συνεπάγεται αυτός ο τρόπος εγγραφής; Η απάντηση δεν είναι προφανής. Συνεπάγεται ότι η Αλήθεια δεν είναι εκκαλυπτική. Η Αλήθεια δεν είναι η θεατρική σκηνή της παρουσίας. Είναι ένας πραξιακός φορέας. Διόλου συμπτωματικά, η Αλήθεια διατηρεί εκλεκτικές συγγένειες με το κενό, όπως ήδη σημειώσαμε. Στο φιλοσοφικό σύστημα του Μπαντιού η Αλήθεια είναι μια κενή κατηγορίας. Η Αλήθεια δεν παρουσιάζει. Ο βαθμός μηδέν της παρουσίασης είναι το κενό, τυπολογίσιμο ως κενό σύνολο. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτή η σύλληψη της Αλήθειας εγγράφεται στο επίκεντρο των φιλοσοφικών συζητήσεων που σημάδεψαν τη σκέψη του 20ού αιώνα, και ειδικότερα τέμνει συστηματικά τον κύκλο των ερωτημάτων που άνοιξε ο Χάιντεγκερ με το Είναι και Χρόνος και αναψηλάφησε ο Ντεριντά με λεπταίσθητη δεινότητα. Το χαϊντεγκεριανό σημαίνον Unverborgenheit συμπυκνώνει όλο τον διφορούμενο απόηχο της μεταφυσικής θέσμισης της Αλήθειας ως εν εκλείψει εκκολαπτόμενης παρουσίας, ως άρση του πέπλου της λήθης και ως επιφάνιση υπό προθεσμία. Στην υφαιρετική επαναθεμελίωσή της στον Μπαντιού, η Αλήθεια, καθότι κενή, δεν παρουσιάζει τίποτα. Δεν είναι προικισμένη με βάθος, άδηλο, συγκαλυμμένο, εκκαλυπτόμενο. Δεν είναι εκκάλυψη, κάλυκας που ανοίγει στο σημείο μιας οντοδοσίας. Το ίχνος της Αλήθειας δεν συλλέγεται στο πεδίο της οντολογικής επώασης, αλλά της συμβαντικής έκλειψης. Η Αλήθεια δεν είναι Αποκαλυψιακή. Εκθέτει στο κενό της εγχειρηματικότητάς της την ετυμηγορία ότι υπάρχουν αλήθειες και συστεγάζει την ετερότοπη συνδυνατότητά τους. Δεν είναι διόλου ανακριβές να πούμε ότι ο Μπαντιού, μετά τον Λακάν, διασώζει την Αλήθεια, που η ντερινταϊκή ετυμηγορία είχε στείλει στο ικρίωμα της μεταφυσικής υποψίας. Γενικότερα ο Μπαντιού περισώζει την Αλήθεια από τη χλεύη του αντιπλατωνικού Γολγοθά, στην οποία την καταδίκασε η νιτσεϊκή φιλοσοφική νεωτερικότητα. Πώς; Ανιχνεύουμε εδώ την πιο νευραλγική και ιδιοσύστατη εστία της προβληματικής του. Την περισώζει προσφέροντάς της φιλοξενία στην υφαιρετικότητα. Η υφαιρετικότητα είναι το σχήμα αποδόμησης της Αλήθειας ως μεταφυσικής της παρουσίας, το σχήμα απόσβεσης του μεταφυσικά ανατοκιζόμενου χρέους της Αλήθειας απέναντι στην υπό προθεσμία εκκάλυψη.

Η «διαδικαστική» άρση, όχι του πέπλου, αλλά της Unverborgenheit.

Δημήτρης Βεργέτις

Ψυχαναλυτής,

διευθυντής του περιοδικού αληthεια

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ- ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΗ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ-ΧΑΙΝΤΕΓΓΕΡ

ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΗ- ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ

Μη αυθεντικότητα ο Χάιντεγκερ ορίζει τον τυπικό καθημερινό άνθρωπο, τον προσδεμένο στον συνηθισμένο κόσμο του, ο οποίος δεν αντιμετωπίζει τη ζωή του σαν ένα πρόβλημα, έχει υφησυχασθεί, και δεν επιδιώκει την πραγμάτωση του. Ο μη αυθεντικός είναι ο συνηθισμένος, μη συνειδητός άνθρωπος που έχει αναποφασιστικότητα και γενικά, δεν επιζητεί κάτι γι’ αυτόν. Δεν διαφοροποιείται και δεν ρίχνεται στη ζωή. Ακολουθεί τη νοοτροπία της “αγέλης” προβάλλοντας υποτιθέμενα εμπόδια ακολουθώντας τα δεδομένα που είναι πιο εύχρηστα, ή περισσότερο κοινωνικά αποδεκτά. Είναι ο “ναρκωμένος” άνθρωπος ο μη- αυθεντικός. Η “κατάσταση του αυθεντικού” χαρακτηρίζει ο Χάιντεγκερ, τη ζωή του ανθρώπου ο όποιος αντιμετωπίζει ευσυνείδητα, τις προϋποθέσεις της ύπαρξης του. Στην ποιό απλή μορφή αυθεντικότητα σημαίνει για κάποιον να “Είναι ο εαυτός του”. Η αυθεντικότητα έχει να κάνει με μια πράξη, η οποία αποτελεί ελεύθερη επιλογή και ταύτιση με αυτήν. Αυθεντικότητα ίσως τελικά είναι το άνοιγμα προς την ζωή, η δεκτικότητα των εξωτερικών επιδράσεων, και η αξιολόγηση αυτών. Τελικά ίσως να μην υπάρχει πλήρης αυθεντικότητα, αλλά να υπάρχουν αυθεντικές και μη αυθεντικές στιγμές και πράξεις.Ο Χάιντεγκερ θέλει να ασχοληθεί με μία ερμηνευτική του “Είναι εδώ” (Dasein ) , και θέλει να ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο τα πράγματα και οι άνθρωποι, συνδέονται και εμπλέκονται μεταξύ τους μέσα από τις καθημερινές ασχολίες, και να ερμηνεύσει αυτόν τον τρόπο με μια διαφορετική σκοπιά, προκειμένου να καταστούν συνολικά εφικτές, κάποιες διαπιστώσεις σχετικά με τον άνθρωπο. Στηρίζεται στη φαινομενολογία του Χουσέρλ.
Ο Χάιντεγκερ συνοψίζει τις βασικές σχέσεις της ανθρώπινης ζωής, με τον όρο “Είναι εν τω κόσμω” , με αυτόν τον όρο εννοεί τις σχέσεις του ανθρώπου με τους άλλους ανθρώπους, αλλά και με τα πράγματα. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια συνεχή σχέση με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Θεωρεί ότι αν θέλουμε να καταλάβουμε την ουσία της ανθρώπινης οντότητας, είναι χρέος μας να απελευθερώσουμε, τη σκέψη μας αναφορικά με τις βασικές καταστάσεις του ανθρώπου. Όλα υπάρχουν μεταξύ τους (άνθρωπος-πράγματα) και είναι μέρος ενός κοινού περιβάλλοντος, με συνεχή διαπλοκή. Η σχέση των πραγμάτων προς τον άνθρωπο, δημιουργείτε μέσο της χρήσης και της χρησιμότητας.
Στην παραδοσιακή φιλοσοφία τα πράγματα ήταν έτσι απλά, “υπάρχοντα”. Βάση του Χάιντεγκερ είναι υπάρχοντα στα “χέρια μας” και είναι διαθέσιμα για τον άνθρωπο. Το ανθρώπινο περιβάλλον υποστηρίζει ο Χάιντεγκερ χαρακτηρίζεται από την “ύπαρξη ανά χείρας”, από μια οικειότητα, η οποία προέρχεται από την καθημερινή συναναστροφή.
Βασικό χαρακτηριστικό του “Είναι εν τω κόσμω” αποτελεί η συνύπαρξη, δηλαδή ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνος, αλλά σχετίζεται πάντοτε και με άλλους ανθρώπους. Ο Χάιντεγκερ διαφοροποιεί αυτή τη συνύπαρξη της καθημερινότητας με μια πολύ συγκεκριμένη μορφή, δηλαδή τη μορφή της προσαρμοστικότητας, και της ομοιομορφίας. Θέτει ότι αντί να χαράξουμε την δικιά μας προσωπική πορεία, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με του άλλους, προσπαθούμε να περνάμε απαρατήρητοι, και να μην ξεχωρίζουμε. Ουσιαστικά παραδίδουμε την ευθύνη της ζωής μας σε άλλους, στο πνεύμα της εποχής, στη μόδα στα ήθη και στα έθιμα.
Η εξωτερική “δικτατορία” της μετριότητας η οποία εμποδίζει τον άνθρωπο να πραγματώσει την ύπαρξη του, ο Χάιντεγκερ, λέει ότι είναι ένα τυπικό κομμάτι της ανθρώπινης ζωής, από το οποίο δεν μπορούμε ποτέ να απελευθερωθούμε εντελώς. Αυτό που οφείλουμε να πράξουμε,είναι να αντιμετωπίσουμε, το “τις Μan” με έναν συνειδητό τρόπο, ώστε να πάψει να κυριαρχεί, στη ζωή μας.

ΓΚΑΓΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΧΡΟΝΟΥ(ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΕΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ) ΝΕΟ ΨΥΧΙΚΟ
ΑΘΗΝΑ 2010

ΛΑΚΑΝ- "ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ"

Το Πραγματικό είναι για τον Lacan ότι αντιστέκεται στο συμβολικό, ό, τι δεν εγγράφεται στη γλώσσα. Αυτό που αποκρύπτεται και που μ’ αυτή του την στάση απολύει εν τέλει και αυτή τη διαθεσιμότητα της γλώσσας. Ένας κλονισμός. Μια αδιάγνωστη και αδιάθετη εξωτερικότητα, μια συνθήκη που ανθίσταται στην αναπαράσταση της, μια αδυνατότητα που διαγράφεται μόνο στην συμβαντική και ακαριαία της διεμφάνιση. Το σύμπτωμα μιας σκηνής που διασαλεύει τη γλώσσα και αποσύρει τις κατασκευές της. Το Πραγματικό λέει ο Lacan είναι το ανυπόφορο, το δυσάρεστο μιας τραυματικής ασυνέχειας. Ένα αρνητικό ίχνος που εξαρθρώνει όλες τις συμβολοφαντασιακές προσδοκίες, εγγράφοντας στο κενό αυτής της έλλειψης την δική του αδυνατότητα, αυτό το σημείο της «επαφής (μας) με το πραγματικό», όπως θα πει ο Lacan. Ένα σημείο που από-γοητεύει και διασαλεύει τη πραγματικότητα της γλώσσας, αναδεικνύοντας αυτή την αναυθεντική της πλευρά, την κατασκευασμένη της φύση. Ένα ανεικονικό στοιχείο που δεν συλλαμβάνεται, δεν χειραγωγείται αλλά αποκρύπτεται ακόμη και σ’ αυτές τις σπάνιες και πολύτιμες, αποκαλυπτικές του στιγμές. Μια εξωτερικότητα που ανθίσταται σε κάθε απόπειρα εσωτερίκευσης, μια οιονεί έτσι απειλή, ένα extraterrestrial παράσιτο της γλώσσας. Σ’ αυτή την αδυναμία του συμβολικού ορίζοντα το Πραγματικό έτσι εγγράφεται ως αυτό το μη δυνατό της γλώσσας. Ένα αδιάθετο νόημα που δεν ανήκει στον ορίζοντα αυτής της αδυναμίας αλλά αντιθέτως γίνεται αυτή η ίδια η εκλειπτική της, η εκλειπτική της έλλειψης του Άλλου. Την όποια υποτιθέμενη έλλειψη στο Πραγματικό την κομίζει μόνο η γλώσσα, αυτή η κοσμική απόσυρση της λέξης, η ανάπηρη φύση της. Αυτή «η ενική ύπαρξη του ίδιου του υποκειμένου», όπως θα πει ο Lacan, που εγκαταλείπει το υποκείμενο στην καταγωγική του απορία, σ’ αυτή τη σημαίνουσα μοναξιά του. Ό, τι ο Lacan θα εγγράψει σ’ αυτή την αδύνατη αρχή της επιθυμίας. Στην αδυναμία της εγγύτητας που διασώζει την άφθαρτη αμορφία του πράγματος, την μυστική και ανοίκεια εικόνα του. Ένα ελλειπτικό νόημα που εκθέτει το υποκείμενο «στο πεδίο των αντικειμένων». Πάντα αυτό ένα πεδίο στρεβλό, έκθετο στην αναστολή και τη σύγχυση των σημείων του. Μια αναμορφωτική «καμπύλωση» που είναι για τον Lacan αυτό το πεδίο της ίδιας της ανοικτότητας του. Το πραγματικό έτσι είναι αυτό που εγγράφεται πέρα από τις φαντασιωτικές και συμβολικές του ταυτίσεις, ο τόπος μιας Άλλης σκηνής, το ίχνος της οποίας πάντα θα μας διαφεύγει, όπως το νερό μέσα απ’ τη χούφτα μας. Οι ενορατικές ενστάσεις του Lacan πάνω στα μυθολογικά αξιώματα της επιστήμης για το πραγματικό, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ιατρικής επιστήμης, μόλις και που αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές. Ο Lacan αντιδρούσε σ’ αυτή τη θετικιστική τυποποίηση της επιστημονικής γνώσης που απέκλειε όλες τις δυνατές εξαιρέσεις της ζωής, αυτές που καθορίζουν όμως αυτή τη πραγματικότητα του υποκείμενου. Αντιτασσόταν σ’ αυτή τη συμβολική θωράκιση του επιστημονικού λόγου, στην αποστασιοποίηση του από το καθεστώς της αμφιβολίας και αβεβαιότητας που ήταν άλλωστε και τα καταστατικά του στοιχεία. Η αδυναμία της επιστημονικής περιγραφής του κόσμου δεν είναι για τον Lacan, παρά αυτή η αδυνατότητα του ίδιου του Πραγματικού, μια αδυνατότητα όμως που δεν οδηγεί σε έναν μεταφυσικό μυστικισμό αλλά σ’ αυτή την αναγνώριση των γλωσσικών μας ορίων, στην ελλειπτική φύση της γλώσσας που αδυνατεί να πει «όλη την αλήθεια». Το Πραγματικό έτσι είναι αυτό που υπονομεύει όλες τις αλήθειες του κόσμου, όλες τις συμβολοφαντασιακές του κατασκευές. Γι’ αυτό και η απόλυτη γνώση θα’ ναι για τον Lacan το κατεξοχήν χαρακτηριστικό της ψύχωσης. «Υπάρχει ένας θεός-άτομο», λέει ο Lacan, «ένας θεός-χώρος κλπ. Εάν κερδίσει η επιστήμη ή η θρησκεία, η ψυχανάλυση τέλειωσε. Αλλά αυτό δεν θα συμβεί». Ο Lacan δεν αντιπαλεύει την επιστήμη, αντιπαλεύει όμως την πραγματικότητα της επιστήμης υπερασπιζόμενος το ψυχαναλυτικό πραγματικό, που θα’ ναι πάντα γι’ αυτόν, αυτό το πραγματικό του υποκειμένου. Έχει δίκιο λοιπόν ο Zizek όταν επιχειρεί να διαβάσει τον Lacan πάνω στα παράδοξα της κβαντικής φυσικής, σ’ αυτές τις εκ του μηδενός σωματιδιακές επισκέψεις που αναστέλλουν κάθε νόημα, κάθε δυνατότητα φυσικής γνώσης. Αυτό τελικά που εκτρέπει το πραγματικό και το καθιστά κυριολεκτικά εξωπραγματικό είναι αυτά τα «κβάντα της επιθυμίας» που κινούνται άτακτα και διασαλεύουν με την απροσδόκητη και αχαρτογράφητη παρουσία τους αυτόν τον ίδιο τον ορίζοντα της γλώσσας. Μιας γλώσσας που θα είναι πάντα η γλώσσα της επιθυμίας, αυτό το λάθος πάντα της απεύθυνσης. Η πολιτική εκτροπή είναι μοιραία. Στο περιθώριο κυριολεκτικά της συμβολικής εξουσίας, στα όρια δηλαδή της πολιτικής αλήθειας, εγκαθίσταται μια αιρετική συνθήκη απόλαυσης του άλλου. Ο άλλος που γίνεται αυτή η ριζική εκ-κεντρικότητα του υποκειμένου, η ίδια η αιτία της σχηματοποίησης του[Butler]. Μια πολιτική οικονομία που δεν εδράζεται τόσο στην αλήθεια του Νόμου όσο σε εκείνο το ισχνό ίχνος που επιμένει να ανθίσταται στο Νόμο. Μια λακανική συμβολή στο χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας ασύλληπτου μεγέθους. Το Πραγματικό είναι έτσι για τον Lacan αυτή η αδυναμία της συμβολοποίησης, το γλωσσικό της αδιέξοδο, το εμβληματικό αναπαραστατικό της έλλειμμα. Μια προνομιακή έτσι περιοχή εκδήλωσης αυτού του Πραγματικού, αυτής της εξωτερικότητας του Έξω, θα μπορούσε να είναι η Τέχνη. Μια Τέχνη όμως που αντιστέκεται στην πραγματικότητα των αναπαραστατικών της δυνατοτήτων, στη φαντασιακή της έδρα, που «εικονίζει» αυτή την αδυνατότητα της απεικόνισης, που εγγράπτει την αλήθεια του κόσμου όχι στο παρόν της ρεαλιστικής του καθήλωσης αλλά σ’ αυτό το μοναδικό ίχνος της οριστικής του απουσίας. Είναι εκείνη η πειραματική στιγμή της τέχνης και σ’ αυτές τις καταστροφικές της χειρονομίες και πριν προλάβουν μάλιστα αυτές να συμβολοποιηθούν, ακριβώς αυτή η στιγμή, όπου εκκενώνεται το αστραποβόλημα του κόσμου, αυτή η ανατριχίλα του Πραγματικού. Η τέχνη θα’ ναι έτσι για τον Lacan αυτή η μοναδική ευκαιρία της διεμφάνισης του αφανέρωτου, ο τόπος της φαντασιακής υποχώρησης όλων των εικόνων, αυτής εν τέλει της «εικόνας του κόσμου», όπως την θέλει ο Alberti, που εγείρει τώρα αυτό το μυστικό και αφανέρωτο Είναι του κόσμου και τη μοναδική αυτή δυνατότητα της επιστροφής του. Μόνο η τέχνη για τον Lacan μπορεί να γίνει αυτός ο προνομιούχος τόπος της αποκάλυψης, της αποκάλυψης του μη ορατού, τελικά αυτού του μη ειπωμένου. Μπροστά σ’ αυτή τη δι-αφάνεια του Πραγματικού η Τέχνη δεν γίνεται η αδύνατη αναπαράσταση του, αλλά αυτό το (α)δύνατο ίχνος του, αυτό το δυνατό μικρό «α» που αποσπάται από την αδυναμία του κόσμου και φέρει πάνω του όλη αυτή τη νύχτα του Είναι.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

1.ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ;

Η νοημοσύνη και η λογική που διαθέτει ο άνθρωπος δεν είναι αρκετά για

να αγωνιστεί στη ζωή, αν δεν καλλιεργήσει και την κριτική του σκέψη.

Κριτική σκέψη ονομάζεται η διανοητική ικανότητα του ανθρώπου, η

λειτουργία της οποίας; του επιτρέπει να κρίνει κάθε πληροφορία που του

προσφέρεται ως προς την αλήθεια, τη γνησιότητα και την ορθότητα ή το

αντίθετο. Ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος δεν μπορεί να δέχεται

κάθε πληροφορία και να την αποδέχεται χωρίς μία λογική επεξεργασία και

κριτική. Δεν υπάρχει στιγμή στη ζωή μας κατά την οποία δεν κρίνουμε

πρόσωπα, ιδέες, αντικείμενα, καταστάσεις, γεγονότα. Κρίνουμε το

παρελθόν και το παρόν και διερωτώμαστε για το μέλλον.

Ο άνθρωπος που δέχεται χωρίς κριτική σκέψη πληροφορίες, θεωρίες και

καταστάσεις, γίνεται συνήθως θύμα και παγιδεύεται από αυτές στη ζωή

του. Μόνον όποιος κρίνει και δέχεται με σχετική επιφύλαξη και κριτική

διάθεση κάθε τι το νέο, κάθε ιδέα, πρόταση, άποψη, πληροφορία μπορεί να

μείνει αδέσμευτος.

Τί είναι λοιπόν κριτική σκέψη;

Η κριτική σκέψη, αντίθετα με την απλή σκέψη, συνεπάγεται ότι το

άτομο έχει την ικανότητα και την βούληση να αποστασιοποιηθεί προς

στιγμήν από τις προσωπικές του πεποιθήσεις, τις κοινωνιογνωστικές του

προκαταλήψεις και τα συμφέροντά του και να εξετάσει τα πραγματικά και

λογικά στοιχεία, τα οποία στηρίζουν και ερμηνεύουν έννοιες, πληροφορίες,

σχέσεις, κρίσεις, συλλογισμούς, φαινόμενα, στάσεις και σκόπιμες πράξεις,

καθώς επίσης να αναζητήσει τις παραδοχές και τις συνεπαγωγές κάθε

άποψης και τους δυνατούς τρόπους θεώρησης των πραγμάτων από

διαφορετική σκοπιά.

Η κριτική σκέψη είναι εγγενής στον άνθρωπο, αλλά καταπνίγεται από

πάθη, ανάγκες, συμφέροντα, εμπειρίες, προκαταλήψεις κ.ά. Η νοητική

λειτουργία του ανθρώπου τον βοηθάει να εξετάζει τα πάντα με

εναλλακτικούς τρόπους σκέψης και να μη περιορίζεται στα φαινόμενα

πληροφοριών αλλά να αναζητά τα βαθύτερα αίτια, τους στόχους και τους

σκοπούς της προσφοράς των πληροφοριών.

ΓΚΑΓΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ-ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΕΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ